|
Κριτικές που έχουν γραφτεί από τον Demitri Kremelian
Ποιος κατασκευάζει τα ανέκδοτα;, 04.06.07 Είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Αστέρη Αστεριάδη και ομολογώ πως ήταν αυτό ακριβώς που περίμενα να διαβάσω. Ο συγγραφέας διαπραγματεύεται ένα θέμα στα όρια του αστικού μύθου (την δημιουργία ανεκδότων) και επιλέγει να το χρωματίσει με ζοφερά χρώματα, ακριβώς αντίθετα από την κίτρινη, χαρούμενη γραβάτα που είναι υποχρεωμένος να φοράει ο κεντρικός ήρωας. Μέσα σε έναν κόσμο-μαγική εικόνα είναι υποχρεωμένος να "βγάζει" ανέκδοτα που η "Εταιρεία" θα τα εκμεταλλευτεί και θα τα διανείμει. Παράλληλα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις ψευδαισθήσεις που το ταραγμένο μυαλό του δημιουργεί. Για τους αναγνώστες που θέλουν να πάρουν μία πρώτη γεύση, στην ιστοσελίδα των εκδόσεων ΧΑΡΑΜΑδΑ (http://www.haramada.com/main.htm) υπάρχει διαθέσιμη μία προδημοσίευση του βιβλίου. Κριτική από τον Γιάννη Πλιώτα
Πολύχρωμο, πολιτισμικό μωσαϊκό., 17.05.07 Αν και πιο αδύναμη από τα "21 γραμμάρια" δραματουργικά, η τρίτη ταινία του Inarritou έχει εντυπωσιακότερη φωτογραφία και ευτυχώς μία όχι τόσο πεσιμιστική κατάληξη. Ο σκηνοθέτης δημιουργεί σκηνές χωρίς ψεγάδι, που με άνεση μπορούν να συγκαταλεχθούν σε ανθολογίες κινηματογραφικών εικόνων και ο Santaolalla αναλαμβάνει να τις ντύσει με το ομορφότερο των ενδυμάτων του. Το "Βαβέλ" είναι ένα πολύχρωμο, πολυπολιτισμικό μωσαϊκό που αφηγείται την διαδρομή του πεπρωμένου σε χώρες που είναι απλωμένες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Οι ξεχωριστές ιστορίες συνδέονται υπό το πρίσμα μιας πολυσύνθετης αφηγηματικής πλοκής και τελικά οδηγούν σε ένα λυτρωτικό φινάλε. Άξια προτάθηκε για εφτά Όσκαρ και στο τέλος της προβολής θα μείνει στο μυαλό μας ότι αν θέλουμε να ακουστούμε πρέπει πρώτα να ακούσουμε.
Οι Πειρατές που όλοι κρύβουμε μέσα μας., 17.04.07 Κατ' αρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι πρόκειται για μία καθαρά ψυχαγωγική ταινία, που ξεκαθαρίζει πως δεν θα διαπραγματευτεί οποιουδήποτε είδους προβληματισμούς και πως θα προσπαθήσει να κερδίσει τον θεατή με την ασύλληπτη αρτιότητά της σε όλους τους υπόλοιπους κινηματογραφικούς τομείς. Εγγύηση αποτελεί η εισπρακτική -και όχι μόνο- επιτυχία της πρώτης ταινίας, καθώς και η φαρδιά-πλατιά υπογραφή του Jerry Bruckheimer στην πολυδάπανη παραγωγή. Όσον αφορά το αμιγώς καλλιτεχνικό κομμάτι, οι Πειρατές κατάφεραν να είναι η διασκεδαστικότερη ταινία της χρονιάς, χωρίς ούτε μία παραχώρηση σε φτηνά τεχνάσματα από την πλευρά του Verbinksi (The Ring). Οι ηθοποιοί που απαρτίζουν το εκθαμβωτικό cast, στο οποίο ηγείται ο εξαίσιος χαρακτήρας που έπλασε ο Depp, ξιφομαχούν, ερωτεύονται, κουρσεύουν και σαν γνήσια μέλη πειρατικού πληρώματος, όταν οι περιστάσεις το υπαγορεύουν, προδίδουν και εξαπατούν. Επιπλεόν η ταινία ανανέωσε το πειρατικό είδος, χρησιμοποιώντας άθφονες δόσεις σάτυρας, που σε ορισμένες σκηνές άγγιζαν την παρωδία. Τα σκηνικά πρέπει να είναι κλεμμένα από μουσείο πειρατικής ιστορίας, τα κοστούμια είναι κομμένα και ραμμένα για γνήσιους κουρσάρους, ενώ μάλλον τέτοια μουσική άκουγαν για να αντλήσουν θάρρος πρις τις περιπέτειές τους ή για να χορέψουν και να τραγουδήσουν μετά από αυτές. Ίσως "Το Σεντούκι του Νεκρού" να βρίσκεται ένα σκαλί κάτω από την πρώτη ταινία, αλλά τα πάντα φαίνεται να προετοιμάζονται για ένα εντυπωσιακό ρεσάλτο... συγνώμη, φινάλε ήθελα να πω. Κριτική από τον Γιάννη Πλιώτα
Ναρκωτικά, αλητεία και ο Sean Connery., 17.04.07 Καθώς, όμως ήδη έχουν περάσει τουλάχιστον δέκα χρόνια, η εικόνα που είχαν όσοι την είδαν το 1996, νομίζω έχει αρχίσει να ξεθωριάζει. Πέρα από την ξεπερασμένη για τα σημερινά δεδομένα ωμότητα που αναπαράγει και μεγεθύνει σε πληθώρα σκηνών, αν την κρίνουμε με καθαρά κινηματογραφικά κριτήρια, θα παρατηρήσουμε ίσως την αδυναμία ανάπτυξης κεντρικής πλοκής. Παρατίθονται περιστατικά απ' τις ζωές των πρωταγωνιστών, ο χρόνος εστιάζει πάνω τους και κυλάει πιο αργά, την ίδια στιγμή που ο κόσμος γύρω τους στροβιλίζεται σαν τρελός. Μέσα από την χαρμολύπη που βιώνουν, μεταβάλουν ανάλογα και την διάθεση του θεατή, αλλά προφανώς θελημένα ο Boyle επιλέγει μια χαλαρή σεναριακή δομή, ώστε να μην αποσπάσει την προσοχή του θεατή από τους χαρακτήρες και τα βασανιστικά πάθη τους. Ως προς τα νοήματα η ταινία δεν προσπαθεί να διαφημίσει ή να καταδικάσει συμπεριφορές, η ματιά της είναι κατά κάποιον τρόπο ουδέτερη. Καταγράφει την σκληρή πραγματικότητα, φυσικά εμφατικά και υπερβολικά, διανθίζοντας τον μύθο με χαρακτήρες καρικατούρες, όπως τον Begbie (Robert Carlyle), που τελικά είναι αυτός που κλέβει την παράσταση. Μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή στην αστική Σκωτία των 90s, τελικά, ποιό είναι το συμπέρασμα, το επιμύθιο της υπόθεσης; Μήπως όταν ζυγιστούν όλα τα επιχείρηματα και εκφραστούν όλες οι απόψεις, ο σκηνοθέτης επιλέγει να ταχθεί με την πλευρά του συστήματος; Τελικά οι Σκωτσέζοι είναι τρελοί, το αποδεικνύουν με κάθε τρόπο, αλλά ως ταινία που διαπραγματεύεται τον αμιγώς κοινοβιακό-αναρχικό τρόπο ζωής, θα προτιμήσω κάτι με σαφέστατο ιδεολογικό προσανατολισμό, το εξαιρετικό "Τι να κάνετε σε περίπτωση φωτιάς" (Was tun, wenn's brennt?).
Πολυεπίπεδη αφήγηση και σπουδή πάνω στην αγάπη., 11.04.07 Η "Πηγή της Ζωής" είναι μια βαθύτατα εσωτερική ταινία με θέμα την αγάπη και την απελπισμένη προσπάθεια για διατήρησή της στα πλαίσια του φθαρτού κόσμου. Είναι δύσκολη ταινία ως προς τα νοήματα και τους συμβολισμούς που περιλαμβάνει και απαιτεί απ' τον θεατή να απελευθερωθεί από συμβατικότητες προκειμένου να ακολουθήσει τον πρωταγωνιστή σε ένα μονοπάτι ενδοσκόπησης, που οδηγεί στο να εξυψωθεί και να ενωθεί με την ίδια την ουσία της αγάπης. Ο πειστικότατος Hugh Jackman στον ρόλο του Dr. Tom Creo, με την ακλόνητη πίστη πως "ο θάνατος είναι μια αρρώστεια" και την απεγνωσμένη, στα όρια του παθολογικού, αγάπη του για την Rachel Weisz (Izzi), καταφέρνει να δραπετεύσει από τα δεσμά του φθαρτού σώματός του και να αγγίξει την ψυχή. Η "Πηγή της Ζωής" κατακλύζεται από δραματικά στοιχεία, καθώς και με μία διάχυτη πεσιμιστική διάθεση- χαρακτηριστικό γνώρισμα του σκηνοθέτη. Με μία προσεκτική ματιά, ο θεατής διακρίνει πως τελικά οι τρεις ιστορίες οδηγούνται στο ίδιο σημείο, στην αρχή και στο τέλος όλων των πραγμάτων. Σκηνογραφία και φωτογραφία υπηρετούν άριστα το εξαιρετικό σύνολο, δημιουργώντας μία εικόνα για την αγάπη, λιτή και απέριττη, απελευθερωμένη από πολυτέλειες, που την ευτελίζουν, την τυλίγουν και ενίοτε την πνίγουν. Θα ήταν άδικο να μην αναφέρω τον μόνιμο συνεργάτη του Aronofsky, τον σημαντικό συνθέτη Clint Mansell, που έχει γράψει ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα θέματα στην ιστορία του κινηματογράφου για το "Requiem". Επιστρέφει ντύνοντας την ταινία με ένα συγκλονιστικό soundtrack, τόσο ταιριαστό σε κάθε σκηνή, ώστε να αγγίζει το ιδανικό. Κριτική από τον Γιάννη Πλιώτα Αποτελέσματα 11 - 15 από 29 |